ALONE

Πιστοί δεύτερης κατηγορίας... Των ΘΩΜΑ ΤΣΑΤΣΗ, ΕΛΙΖΑΜΠΕΤΤΑ ΚΑΖΑΛΟΤΤΙ

Picture
  «Αν οι θρησκευτικές ηγεσίες αρθούν στο ύψος των περιστάσεων, τότε όχι μόνο θα εμποδίσουν τη χρησιμοποίηση της θρησκείας για ξένες προς την αποστολή τους σκοπιμότητες, αλλά και θα προωθήσουν συγκεκριμένες προτάσεις εποικοδομητικής διαθρησκειακής συνεργασίας. Μια τέτοια προοπτική, η οποία μπορεί να αναπτυχθεί μέσα από τον διαθρησκειακό διάλογο, είναι πλέον βέβαιο ότι θα υποστηριχτεί όχι μόνο από τους διεθνείς οργανισμούς αλλά και από τις πολιτικές και τις πνευματικές ηγεσίες όλων των λαών», έγραφε στην «Ε» ο πρωθυπουργός Γιώργος Παπανδρέου με την ιδιότητα του υπουργού Εξωτερικών στις 29 Ιανουαρίου 2002.

Σήμερα στην Ελλάδα τα προβλήματα των θρησκευτικών μειονοτήτων παραμένουν χωρίς λύση. Στις συναντήσεις που έχουν οι εκπρόσωποι θρησκειών και δογμάτων τις περισσότερες φορές επικεντρώνονται στα προβλήματα που αντιμετωπίζουν στις σχέσεις με το ελληνικό κράτος παρά μεταξύ τους.

Χιλιάδες μετανάστες

Μπορεί ο πληθυσμός των «αλλόθρησκων» να έχει αυξηθεί σημαντικά τις τελευταίες δύο δεκαετίες με την είσοδο στη χώρα χιλιάδων μεταναστών κυρίως από μουσουλμανικές χώρες, όμως επί της ουσίας δεν έχει γίνει το ελάχιστο για τη λύση των προβλημάτων των θρησκευτικών μειονοτήτων.

Παρά τις κατά καιρούς υποσχέσεις και δεσμεύσεις των κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ και της Ν.Δ., κανένα από τα αιτήματα δεν έχει επιλυθεί. Η «Ε» κάνει μια καταγραφή των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι μουσουλμάνοι, οι καθολικοί και οι Εβραίοι, πολλοί από τους οποίους είναι Ελληνες και αντιμετωπίζονται ως πιστοί δεύτερης κατηγορίας.

tsath@enet.gr - casalotti@enet.gr

ΚΑΘΟΛΙΚΟΙ

Πορεύονται χωρίς καμία οικονομική ενίσχυση

Ριζικές αλλαγές στην Εκκλησία της Ελλάδος επέφερε η μαζική είσοδος μεταναστών στη χώρα μας.

Μέχρι πρόσφατα, οι καθολικοί αποτελούσαν μια μικρή θρησκευτική κοινότητα, που αριθμούσε περίπου 50.000 Ελληνες και ένα περιορισμένο αριθμό Δυτικοευρωπαίων, που για λόγους οικογενειακούς ή επαγγελματικούς βρίσκονταν εντός των συνόρων μας. Σήμερα, μόνο στην Αθήνα, εκτιμάται ότι οι καθολικοί είναι 150 με 200 χιλιάδες, ενώ μικρές κοινότητες αλλοδαπών καθολικών έχουν κάνει την εμφάνισή τους σε διάφορα μέρη της χώρας. Σύμφωνα με τους κανόνες της Καθολικής Εκκλησίας, οι νεοαφιχθέντες αυτοί πιστοί, όποια κι αν είναι η εθνικότητα και η προέλευσή τους, δεν σχηματίζουν δικές τους επισκοπές, αλλά υπάγονται στις κατά τόπους υπάρχουσες καθολικές επισκοπές και ενορίες. Δημιουργείται έτσι μια νέα τάξη πραγμάτων για την τοπική καθολική εκκλησία, ένα πολυεθνικό και πολυπολιτισμικό εκκλησίασμα στις ενορίες και στις επισκοπές της, όπου οι Ελληνες καθολικοί αποτελούν πλέον μειονότητα (στην Αθήνα η αναλογία είναι ένας Ελληνας προς εννέα αλλοδαπούς καθολικούς).

Μια σειρά προβλημάτων απασχολεί την εγχώρια Καθολική Εκκλησία σχετικών κύριως με τη διαποίμανση των νεοαφιχθέντων πιστών. Καθώς τα ελληνικά δεν είναι η πρώτη τους γλώσσα, επιστρατεύονται ιερείς από την Πολωνία, το Ιράκ, τις Φιλιππίνες, την Αλβανία, την Αφρική που δεν είναι καθόλου εύκολο να εγκατασταθούν και να εργαστούν νόμιμα στην Ελλάδα.

Για μεγάλη πρόκληση μιλά στην «Ε» ο ηγούμενος της μόνης Ιησουιτών στην Αθήνα, πατέρας Θεόδωρος Κοντίδης και διευκρινίζει ότι «η ελληνική Καθολική Εκκλησία επιχειρεί να δημιουργήσει μια χριστιανική κοινότητα με ετερόκλητους ως προς την προέλευσή τους πιστούς, που τους ενώνει, όμως, η ίδια πίστη και που ανήκουν στο ίδιο εκκλησιαστικό σώμα».

Ο πατέρας Κοντίδης αναφέρεται και στα οικονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η Εκκλησία του στην Ελλάδα. Τα έσοδά της, λέει, «προέρχονται από τις εισφορές των πιστών και από την αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας της. Δεν μπορεί να υπολογίζει σε βοήθεια ούτε από το ελληνικό κράτος, αλλά ούτε και από το εξωτερικό, καθώς η Ελλάδα θεωρείται χώρα "πλούσια" μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης και για οποιαδήποτε υποστήριξη προτεραιότητα έχουν οι ανάγκες των φτωχών χωρών».

Χρόνιες δυσλειτουργίες

Χρόνιες δυσλειτουργίες αντιμετωπίζει η Καθολική Εκκλησία και, λόγω μιας ελλιπούς και ασαφούς νομικής αναγνώρισης και μια δημόσια διοίκηση, η οποία συχνά διακατέχεται από δυσμενή προδιάθεση προς «τα ξένα δόγματα» και δεν μπορεί να διαθέσει παρά περιορισμένα οικονομικά μέσα. Το αποτέλεσμα είναι, μεταξύ των άλλων, ένας σημαντικός αριθμός εκκλησιαστικών μνημείων ή κτισμάτων, που είναι μέρος και της πολιτιστικής κληρονομιάς της Ελλάδος (στην Τήνο, στην Αθήνα, στην Κέρκυρα, κ.λπ.), να μην μπορούν να συντηρηθούν, να φθείρονται και να χάνονται. Σχετικά με το θέμα, ερωτήσεις προς τον υπουργό Πολιτισμού και Τουρισμού Παύλο Γερουλάνο κατέθεσαν πρόσφατα οι βουλευτές Ν. Αλευράς (ΠΑΣΟΚ) και Φ. Κουβέλης (ΣΥΡΙΖΑ). Στις δύο ερωτήσεις τους αναφέρουν το γεγονός ότι η Καθολική Εκκλησία με συνεχή αιτήματα προς τους αρμόδιους υπουργούς ζητά εδώ και καιρό την παρέμβασή τους για την αποκατάσταση του Καθεδρικού ναού του Αγίου Διονυσίου στην οδό Πανεπιστημίου, που υπέστη σοβαρές ζημίες στον σεισμό του 1999. Μη λαμβάνοντας καμιά ανταπόκριση, η Καθολική Αρχιεπισκοπή εκφράζει φόβους ότι δεν εγκρίνονται οι απαραίτητες χρηματοδοτήσεις, καθώς πρόκειται για ναό της καθολικής εκκλησίας και όχι για άλλο ορθόδοξο ναό.

ΕΒΡΑΙΟΙ

Στόχος επιθέσεων και βανδαλισμών εβραϊκοί χώροι

Ενα ένοχο πέπλο σιωπής καλύπτει την ιστορία της εβραϊκής κοινότητας στην Ελλάδα και μόνο πρόσφατα παρενέβη η πολιτεία ώστε να τιμηθεί η μνήμη εκείνης που υπήρχε η παλαιότερη στη χώρα μας οργανωμένη θρησκευτική κοινότητα.

Το 2004 ορίστηκε με παρέμβαση του τότε υπουργού Εξωτερικών Γιώργου Παπανδρέου η 27η Ιανουαρίου ως μέρα συλλογικής μνήμης για τα θύματα του Ολοκαυτώματος με το νόμο 32/18/2004. Η πρώτη ιστορική αναφορά για την εγκατάσταση Εβραίων στην Ελλάδα χρονολογείται μεταξύ του 300-250 π.Χ. Εκτοτε ο εβραϊκός πληθυσμός αυξάνει ραγδαία στην Ελλάδα. Κατά την εποχή των Ιουδαϊκών Πολέμων (66-70 μ.Χ.) 6.000 Εβραίοι συμμετέχουν, σύμφωνα με μαρτυρίες, στην κατασκευή του Ισθμού της Κορίνθου.

Τον 12ο αιώνα αναφέρεται ότι Εβραίοι είναι εγκατεστημένοι σε Κέρκυρα, Αρτα, Πάτρα, Ναύπακτο, Κόρινθο, Θήβα, Χαλκίδα, Θεσσαλονίκη, Δράμα και αλλού. Εβραίοι ζούσαν επίσης στα νησιά Λέσβο, Χίο, Σάμο, Ρόδο και Κύπρο. Οι Εβραίοι αυτοί, αποκαλούμενοι Ρωμανιώτες, ενσωματώθηκαν στον ελληνικό πολιτισμό, είναι δε χαρακτηριστικό ότι έγραφαν ελληνικά κείμενα χρησιμοποιώντας το εβραϊκό αλφάβητο.

Μαζικό κύμα μετανάστευσης σημειώθηκε τον 14ο αιώνα, όταν Εβραίοι πρόσφυγες από την Ισπανία και την Πορτογαλία εγκαταστάθηκαν στον ελλαδικό χώρο. Η εγκατάσταση έγινε κυρίως στη Θεσσαλονίκη και σε πόλεις της Θεσσαλίας, όπου οι Εβραίοι Σεφαραδίμ εισήγαγαν τη γλώσσα -τα ισπανοεβραϊκά- και τα δικά τους ήθη και έθιμα.

Κατά την περίοδο από τον 16ο μέχρι τον 18ο αιώνα, η Ισραηλιτική Κοινότητα Θεσσαλονίκης ήταν μία από τις μεγαλύτερες στον κόσμο. Σημαντικές, επίσης, ήταν οι Ισραηλιτικές Κοινότητες στη Ρόδο και στην Κρήτη.

Με την ίδρυση του σύγχρονου ελληνικού κράτους, το 1830, παραχωρήθηκαν στους Εβραίους ίσα πολιτικά δικαιώματα με τους άλλους Ελληνες, το δε 1882 οι εβραϊκές κοινότητες αναγνωρίστηκαν ως νομικά πρόσωπα.

Στις αρχές του 20ού αιώνα, στην Ελλάδα ζούσαν περίπου 10.000 Εβραίοι. Μετά τους Βαλκανικούς πολέμους (1912-13) και την απελευθέρωση της Βορείου Ελλάδος, της Ηπείρου και των νησιών του Αιγαίου, Κρήτης (1908) και Χίου, ο αριθμός των Εβραίων έφθασε τους 100.000 περίπου.

Κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν οι Ιταλοί (1940) και οι Γερμανοί (1941) επιτέθηκαν κατά της Ελλάδος, 12.898 Εβραίοι πολέμησαν στις τάξεις του ελληνικού στρατού.

Κατά τη γερμανική κατοχή (1943-1944), θέτοντας σε εφαρμογή την «Τελική Λύση», οι ναζί εξαπέλυσαν έναν μεθοδικό διωγμό των Εβραίων ανά την Ελλάδα με σκοπό τον εντοπισμό, τη σύλληψη και την εκτόπισή τους στα στρατόπεδα εξόντωσης της Πολωνίας. Το 86% του εβραϊκού πληθυσμού (περισσότεροι από 67.000 άνθρωποι) αφανίστηκαν κατά το Ολοκαύτωμα. Μετά το τέλος του Πολέμου επέζησαν και επέστρεψαν στην Ελλάδα μόνον 10.000 Εβραίοι. Ο εβραϊκός πληθυσμός μειώθηκε ακόμα περισσότερο από τη μετανάστευση αρκετών Εβραίων στο Ισραήλ και στις ΗΠΑ.

Σήμερα στην Ελλάδα ζουν περίπου 5.000 Εβραίοι, οργανωμένοι σε 9 κοινότητες.

Παρά το γεγονός ότι η εβραϊκή κοινότητα είναι πλήρως ενταγμένη στο ελληνικό γίγνεσθαι, πραγματοποιούνται συχνά επεισόδια αντισημιτισμού. Στόχος επιθέσεων και βανδαλισμών γίνονται συχνά οι εβραϊκοί χώροι (συναγωγές - μνημεία - νεκροταφεία). Το γεγονός απασχολεί ιδιαίτερα τις εβραϊκές αρχές που κατά καιρούς ζητούν από την πολιτεία, χωρίς να λάβουν όμως ανταπόκριση, την ενίσχυση της αντιρατσιστικής νομοθεσίας και την προστασία και φύλαξη εβραϊκών χώρων. Η κατάργηση αντιεβραϊκών εθίμων, όπως είναι το κάψιμο του Ιούδα και αντιεβραϊκές αναφορές στα πασχαλινά τροπάρια, απασχολεί επίσης την κοινότητα. «Το θέμα του αντισημιτισμού εξακολουθεί να απασχολεί. Στην Ελλάδα φαίνεται να υπάρχει τάση μισαλλόδοξων ρατσιστικών διαχωρισμών, ενώ σε μερικούς κύκλους υφίσταται έμφυτο αντισημιτικό πνεύμα», δηλώνει στην «Ε» ο πρόεδρος του Κεντρικού Ισραηλινού Συμβουλίου Ελλάδος Μωυσής Κ. Κωνσταντίνης και προσθέτει: «Υπάρχουν, π.χ., περιπτώσεις κατά τις οποίες εκκλησιαστικοί, πολιτικοί κ.λπ. παράγοντες βρίσκουν ευκαιρία να εκδηλώσουν παρόμοια αισθήματα. Η δίκη του υβριστή και συκοφάντη των Εβραίων, οπαδού του ναζισμού Κ. Πλεύρη, αποτελεί επίσης ένα τέτοιο παράδειγμα. Η δίκη, η οποία με τις διάφορες φάσεις της διήρκεσε επί διετία περίπου, με διαφορετικές συνθέσεις δικαστηρίων, αποκάλυψε στην κοινή γνώμη εισαγγελείς που επιτέθηκαν σκοπίμως κατά των Εβραίων, ενώ η τελική (με ψήφους 4-1) αθώωση του κατηγορουμένου οδήγησε τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου να κάνει αναίρεση υπέρ του νόμου, θεωρώντας ότι "το Πενταμελές Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το σχετικό νόμο" (927/1979) ώστε να μην επικυρωθεί νόμιμα ο αντισημιτισμός!». Ο κ. Κωνσταντίνης κάνει επίσης αναφορά στο χωρίς απάντηση εδώ και χρόνια αίτημα της εβραϊκής κοινότητας της Θεσσαλονίκης να αποζημιωθεί για την καταστροφή του εβραϊκού νεκροταφείου κατά την Κατοχή (σήμερα στο χώρο του βρίσκεται το ΑΠΘ) και στη μισθοδοσία των ραβίνων που ζητεί να ενταχθεί στον κρατικό προϋπολογισμό όπως ήδη συμβαίνει με τη μισθοδοσία ιερωμένων άλλων θρησκειών.

ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΟΙ

Το τζαμί και το νεκροταφείο, υποσχέσεις που δεν έχουν υλοποιηθεί

Το τζαμί και το μουσουλμανικό νεκροταφείο παραμένουν δύο από τις υποσχέσεις που έδωσαν οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ και της Ν.Δ. την τελευταία δεκαετία, αλλά δεν έχουν υλοποιήσει.

Η ανέγερση τζαμιού προβλέπεται μέσω δύο νόμων.

Ο πρώτος ήταν του υπουργείου Εξωτερικών και με αφορμή τους Ολυμπιακούς Αγώνες τους 2004, που έγιναν στην Αθήνα, προέβλεπε την ανέγερση λατρευτικού χώρου για τους μουσουλμάνους στην Παιανία. Ομως ο νόμος δεν είναι πάντα νόμος, όπως συχνά συμβαίνει στην Ελλάδα, και το σχέδιο εγκαταλείφθηκε μετά τις αντιδράσεις των κατοίκων της περιοχής και της διοικούσας Εκκλησίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο μητροπολίτης Μεσογαίας και Λαυρεωτικής Νικόλαος τον Αύγουστο του 2004 είχε μπλέξει το θέμα της ανέγερσης τζαμιού με τις χωματερές. Ανέφερε τότε σε γραπτή του δήλωση: «Αν θέλει η κυβέρνηση να δείξει στη διεθνή κοινότητα ότι είμαστε εκσυγχρονισμένοι ως λαός και πολιτισμένοι, ας απομακρύνει πρώτα τις χωματερές από τα Μεσόγεια, το Κορωπί και την Παιανία, που μολύνουν καθημερινά τα πνευμόνια μας και εξευτελίζουν διεθνώς τη χώρα μας, και ύστερα ας χτίσει το ισλαμικό κέντρο που προσβάλλει το πνεύμα και την Ιστορία μας».

Ο δεύτερος νόμος ψηφίστηκε το 2006. Τον είχε ανακοινώσει η τότε υπουργός Παιδείας και Θρησκευμάτων Μαριέττα Γιαννάκου και προέβλεπε την ανέγερση τζαμιού στον Ελαιώνα. Για μια σειρά από λόγους η υπόθεση τζαμί δεν είχε και πάλι καμία τύχη.

Σ' ό,τι αφορά το θέμα του μουσουλμανικού νεκροταφείου η εξέλιξη ήταν ανάλογη.

30 στρ. στο Σχιστό

Η Εκκλησία είχε διαθέσει το 2005 στην περιοχή του Σχιστού έναν χώρο 30 στρεμμάτων. Ωστόσο ύστερα από περίπου τέσσερα χρόνια η Μουσουλμανική Ενωση Ελλάδος, που κινητοποιήθηκε, πληροφορήθηκε μέσω της απάντησης που είχε δώσει τον Μάιο του 2009 ο υφυπουργός Εσωτερικών Αθ. Νάκος ότι «η περιοχή που προσφέρθηκε από την Εκκλησία της Ελλάδος για τη δημιουργία του μουσουλμανικού νεκροταφείου, κρίθηκε από τις αρμόδιες υπηρεσίες ως ακατάλληλη για χωροθέτηση νεκροταφείου».

Στη συνέχεια, με απόφαση της Ιεράς Συνόδου δόθηκε άλλη έκταση και πάλι στην περιοχή του Σχιστού. Ακόμη όμως δεν υπάρχει η παραμικρή εξέλιξη.

Η Μουσουλμανική Ενωση Ελλάδας απευθύνθηκε για άλλη μια φορά σε τρεις υπουργούς της νέας κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ για να υπενθυμίσει τα χρόνια προβλήματα.

Η πρώτη επιστολή με ημερομηνία 26 Οκτωβρίου 2009 που έστειλαν απευθύνεται στην υπουργό Παιδείας Αννα Διαμαντοπούλου και αφού περιγράφουν όσα έγιναν -και δεν έγιναν- τα τελευταία χρόνια τονίζουν: «Σύμφωνα με την τελευταία επίσημη ενημέρωση που είχαμε από τον κ. Αγγελο Συρίγο, ειδικό γραμματέα επί υπουργίας Ευρ. Στυλιανίδη, το υπουργείο Οικονομικών είχε εκταμιεύσει 15 εκατ. ευρώ για την ανέγερση του τεμένους από το ταμείο δαπανών, όπως προβλέπει ο «νόμος Γιαννάκου» του 2006, και το μόνο κώλυμα ήταν η μετακόμιση του σουπερμάρκετ της Ναυτικής Βάσης από την περιοχή και αυτό υπαγόταν στην αρμοδιότητα του υπουργείου Αμυνας. Εμείς προσφερθήκαμε να μαζέψουμε το ποσό για τη μετεγκατάσταση, δηλαδή τα πέντε εκατ. ευρώ που απαιτούνταν για να ξεκινήσει το έργο, αλλά η πρότασή μας δεν έγινε δεκτή. Οπως διαπιστώσαμε όμως και καθώς οι υπουργοί άλλαζαν, ουδείς γνώριζε τι πραγματικά πρέπει να γίνει και κανείς πλέον δεν ήταν αρμόδιος».

Η δεύτερη επιστολή με ημερομηνία 29 Οκτωβρίου 2009 απευθύνεται στον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης Θεόδωρο Πάγκαλο και εκτός των άλλων επισημαίνει μια σειρά από θέματα ιδιαίτερα σοβαρά: «Πολλές φορές οι "ιμάμηδες" των τζαμιών, προκειμένου να καλύψουν την αμάθειά τους, προβάλλουν συνεχώς τη λέξη "αμαρτία", αποκόπτοντας τις γέφυρες που θα οδηγούσαν σε ενσωμάτωση με την κοινωνία. Βρίσκουν δηλαδή στην Ελλάδα πρόσφορο έδαφος να ενεργούν χωρίς κανέναν έλεγχο, κάτι που δεν θα μπορούσαν να κάνουν στις χώρες προέλευσής τους. Επίσης υπάρχουν ορισμένοι που διαχειρίζονται άτυπα τζαμιά που δεν επιθυμούν τη δημιουργία επίσημου τεμένους, καθώς θα χάσουν τα προνόμιά τους, τις ομάδες επιρροής, αλλά και τις εισφορές των πιστών από το παγκάρι».

Η τρίτη επιστολή με ημερομηνία 11 Νοεμβρίου 2009 απευθύνεται στον υπουργό Εθνικής Αμυνας Βαγγέλη Βενιζέλο. Στο κείμενο καταγγέλλεται η στάση του πρώην υπουργού Βαγγέλη Μεϊμαράκη. «Εδειξε στην ουσία μεγάλη απροθυμία να επιλύσει αυτό το ζήτημα», αναφέρουν και στη συνέχεια καταγγέλλουν: «Σε προσωπική μας συνομιλία δεν μας έδωσε καμία σαφή εικόνα ούτε καν μας παρέπεμψε σε κάποιον αρμόδιο του υπουργείου του ώστε να επιλυθεί το θέμα». Ο μόνος που έχει ανταποκριθεί μέχρι στιγμής είναι ο υπουργός Αμυνας Βαγγέλης Βενιζέλος που μέσω συνεργατών, σύμφωνα με πληροφορίες, ζήτησε να ενημερωθεί όχι μόνο για το θέμα του τζαμιού, αλλά και για όλα όσα απασχολούν τους μουσουλμάνους που ζουν στην Ελλάδα.